Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

ΟΙ ΠΑΠΠΟΥΔΕΣ

Οι αναμνήσεις για τον παππού μου είναι ευχάριστες. Πολύ ενασχόληση μαζί μου, πολύ παιχνίδι, κανένας θυμός και πάντα συμβουλές αγαπησιάρικες. Και κάτι πολύ σπουδαίο: Το γέλιο του. Το είχε χαμένο χρόνια με την διαδικασία της καθημερινής βιοπάλης. Και μου το χάριζε . Με δίκαιη ανταλλαγή. Αποτέλεσμα των σκανδαλιών μου ή των ......
αφελειών που ξεστόμιζα. Κρίμα που γνώρισα μόνο έναν παππού. Ο άλλος είχε φύγει προ πολλού. Καλύτερα όμως για τους παππούδες, που δεν είχαν συναγωνισμό μεταξύ τους.
Και τα χρόνια πέρασαν και σήμερα βρέθηκα ξαφνικά να έχω πάλι δυο παππούδες. Όχι εξ αίματος βέβαια. Εξ αγχιστείας. Σαν πολίτης και μέλος μιας ευρύτερης οικογένειας: Του κράτους και της εθνικής συνομοταξίας.

Και τι παππούδες! Με τίτλους πια. Δεν είναι σαν τους κανονικούς μου, που ήταν άσημοι κι ανώνυμοι. Έμπορος και χωροφύλακας. Σήμερα, ο ένας είναι πρόεδρος της δημοκρατίας κι ο άλλος είναι ένας τεράστιος συνθέτης. Λογικά σε αντίθεση. Ο ένας πραγματιστής κι ο άλλος σουρεαλιστικός. Πάντα υπάρχει μια κόντρα μεταξύ συμπεθέρων που καταλήγει στα εγγόνια.
Και με πήραν κι οι δυο στα γόνατα τους να με κανακέψουν και να με νταντέψουν. Άκουσα και τους δύο. Μικρός είμαι και δεν με νοιάζει το αλτσχάιχμερ ή η άνοια. Εγγονός είμαι, δεν είμαι γιατρός. Κι αφού δικαιούται κάποιος να είναι παππούς , τι να κάνει κι αυτό;
Οι παππούδες μου τελικά, διαφώνησαν μεταξύ τους. Ο ένας , ο πρόεδρος, με ονόμασε καναπεδάτο που μέμφομαι το πολιτικό σύστημα και δεν καταλαβαίνω τον αγώνα όλων αυτών που δεν έχουν κολλήσει ούτε ένα ένσημο σε κάποια δουλειά αλλά τα ξέρουν όλα για μένα και για το καλό μου. Μου κούνησε το δάχτυλο του παρατηρώντας με που δεν πήγα να κάνω τον Γιάννη Γιαννάκη και δεν έριξα το ψηφουλάκι μου μέσα στην γυάλα με τα χρυσόψαρα, μπας και τραφούν κι αυτά. Που δεν υποστήριξα όλο εκείνο το σύστημα, είτε με συμφωνία είτε με διαφωνία, που τον παππού μου τον έχει αναγορέψει σε υπέρτατο άρχοντα της χώρας. Χωρίς εξουσία βέβαια, αλλά να μην τα έχουμε κι όλα δικά μας. Η αχαριστία πάντα ήταν διωκόμενη.
Ο άλλος ο παππούς ήταν αλλιώς. Μου μίλησε για κάποια κοινωνία ανεξάρτητων πολιτών. Δηλαδή ότι έχω κάνει κι εγώ μεγάλα λάθη σαν νεότερος, αλλά έχω, αν θέλω, κι άλλη μια ευκαιρία. Να φύγω από σημαίες και κομματικές οργανώσεις. Ότι δεν έχει χαθεί κάτι οριστικά κι ότι θα μπορούσα να γίνω πιράνχας σε αφύλακτο ποταμό κι όχι σε στρογγυλό σαλονάτο ενυδρείο. Και μάλιστα ότι δεν φταίω κι ακριβώς, αφού δεν αποφάσισα εγώ να πάρω δάνεια με τόκο 6% σε σχέση με άλλα που μου δίνανε με 1%. Και με πήρε αγκαλιά και τον άκουσα ακριβώς σαν παιδί.
Κι αυτό το μικρό παιδί, ή ο μικρός τρελός πολίτης, πρότεινε στον πεθαμένο πατέρα του: « Να πηγαίνουμε πιο συχνά σ’ αυτόν τον παππού.» Όχι επειδή κάνει καλύτερα δώρα ή έχει νοστιμότερα γλυκά. Αλλά να, μου αρέσει ο παππούς να μου μιλάει πιο ανθρώπινα και να μου μαθαίνει να μαθαίνω από τα λάθη μου. Να μην με αφήνει χωρίς παλτό στο κρύο και μόνο μου με τις κατσαρίδες σ’ ένα μπαλκόνι, μπας και συμμορφωθώ. Να μην με βάζει τιμωρία στην γωνία με το ένα μου πόδι να μην πατάει στην γη και να κοιτάω συνέχεια τον τοίχο. Κι ότι αν δεν βελτιωθώ , τελικά πρέπει να πεθάνω. Δηλαδή σαν αυτά που υπόγραψε ο άλλος μου παππούς.
Τελικά όμως έχω και γαμώ τους παππούδες. Διότι και οι δυο θέλουν να με κάνουν κι έφηβο και άνδρα. Αλάνθαστο περιπατητή της γης. Και να παίρνω τις ευκαιρίες και να προσφέρω πάντα αυτά που έχω μέσα μου. Σαν τα δωράκια που κρατάω τώρα στα χέρια μου και θέλω να τους τα δώσω. Ασχέτως γιορτών. Δεν είμαι επετειακός εγώ. Δώρα κάνω όταν σκέφτομαι αγαπημένα πρόσωπα. Και σήμερα τους έχω μαζί. Και τον Μιχάλη, τον ορθόδοξο χριστιανό που διαφωνεί συνέχεια, αλλά και τον Κάρολο που ψάχνω στο εορτολόγιο των Αγγλοσαξώνων να τον βάλω κάπου για να ηρεμήσω την καταναλωτική μου μανία.
Και δίνω τα δώρα. Κι είμαι χαρούμενος που με λεφτά άλλων δείχνω το συναίσθημα μου. Αλλά μου έρχεται η ερώτηση, κοινή και προς τους δυο: « Παππού, που ξέρεις τα πολλά, τι δουλειά έκανες στα νιάτα σου; Θέλω να μοιάσω στον έναν από εσάς. Φυσικά να πω ότι παππούς δεν θέλω να γίνω κι ας σας βλέπω να το απολαμβάνετε. Θέλω να μείνω στην ακμή μου. Ξέρω ότι θάμαι πιο καλά.»
Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, σίγουρα ο ένας θα ήθελε να είναι στην θέση του άλλου, σαν καλύτερος παππούς – μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό – και τελικά δεν απάντησε κανείς. Τι να πουν σ’ ένα βλαμμένο πολίτη; Τελικά στην οικογενειακή εκδήλωση το βάρος θα το σήκωναν πάλι οι γυναίκες του σπιτιού που μέχρι σήμερα τις κατσαρόλες τις είχαν για περιποίηση ή σκεύος της κουζίνας κι όχι για πολεμικό αυριανό άρμα.
Βέβαια όλοι μαζί θα τρώγαμε το φαγητό τελικά. Και μαζί θα πηγαίναμε στο σκληρό αύριο. Σαν το χθες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου