Η «παγκόσμια διακυβέρνηση» και ο Γιώργος Παπανδρέου
Το ζήτημα της μετάβασης σε ένα μοντέλο διακυβέρνησης που θα μεταθέτει ολοένα και περισσότερο το κέντρο βάρους των αποφάσεων από τα κράτη σε υπερεθνικούς οργανισμούς έχει τεθεί επί τάπητος εδώ και χρόνια. Η σταδιακή μεταβίβαση εξουσίας εξελίσσεται de facto και de jure επί δεκαετίες, ταυτόχρονα σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο, το ερώτημα που τίθεται όμως πλέον είναι αν αυτό θα πρέπει να γίνει ανοιχτά αποδεκτό ως οικουμενική επιλογή στο όνομα της αντιμετώπισης των παγκόσμιων προβλημάτων. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έχει επανειλημμένως ταχθεί υπέρ μιας «παγκόσμιας διακυβέρνησης», με το σκεπτικό ότι, αφού συμβαίνει ούτως ή άλλως, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να την ελέγξουμε βάζοντας δημοκρατικές δικλίδες. Βέβαια, δεν έχουν όλοι την ίδια άποψη, ούτε πιστεύουν ότι μπορεί να υπάρξει «καλή» ή «δημοκρατική» παγκόσμια διακυβέρνηση, διότι εξ ορισμού λειτουργεί εις βάρος της δημοκρατίας και της ανεξαρτησίας των εθνών. Υπ’ αυτή την έννοια η αντιπολίτευση αλλά και αρκετοί εντός ΠΑΣΟΚ βλέπουν καχύποπτα τις επαναλαμβανόμενες αναφορές του Γιώργου Παπανδρέου στην ανάγκη παγκόσμιας διακυβέρνησης. Στο συνέδριο του Economist είχε δηλώσει ότι «χρειαζόμαστε μια παγκόσμια διακυβέρνηση, μια παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση και τη χρειαζόμαστε γρήγορα». Στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ είχε υπογραμμίσει ότι «ο αναπτυξιακός στόχος της χιλιετίας μάς ωθεί στην ανάγκη να αναπτύξουμε μια παγκόσμια διακυβέρνηση που θα μεταμορφώσει τον κόσμο των ελεύθερων αγορών σε κόσμο των ελεύθερων ανθρώπων». Στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ είχε υποστηρίξει ότι «στόχος της ΕΕ πρέπει να είναι η διαμόρφωση ενός συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης, με την ουσιαστική συμμετοχή των στρατηγικών εταίρων (της ΕΕ), αλλά και τη συμμετοχή όλων των περιφερειών του πλανήτη μας, και βεβαίως η υιοθέτηση κοινών στόχων, κοινών αξιών, για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για την αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της εποχής». Σχεδόν σε όλες τις εκτός συνόρων ομιλίες του ο πρωθυπουργός αναφέρεται στην ανάγκη μιας «παγκόσμιας διακυβέρνησης», γεγονός που ωθεί αρκετούς να επισημαίνουν ότι οι επαναλαμβανόμενες αυτές αναφορές δικαιολογούνται για κάποιον ο οποίος προσβλέπει στη διεκδίκηση μιας διεθνούς θέσης, όπως αυτής του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ.
Μια ομολογία με νόημα
Στην Ευρώπη, πάντως, καταλυτικό ρόλο για την είσοδο του ΔΝΤ και τη σύμπραξή του με ευρωπαϊκούς βραχίονες (ΕΚΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή), ώστε να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός «σωτηρίας» με αντίτιμο την εθνική κυριαρχία, έπαιξε η Ελλάδα. Οι παρεμβάσεις του μηχανισμού μπορεί θεωρητικά να έχουν ημερομηνία λήξης, οι επιπτώσεις όμως από το πέρασμά του θα μείνουν. Ούτε η εθνική περιουσία θα επιστραφεί ούτε τα κοινωνικά και εργασιακά κεκτημένα θα ανακτηθούν, εκτός κι αν γίνει «επανάσταση» όπως προέβλεψε ο Φάρατζ. Έχει ενδιαφέρον μια ομολογία ενός πρώην στελέχους του ΔΝΤ, την οποία αναφέρει η Κλάιν στο βιβλίο της: «Ο Ντέιβισον Μπαντού, υψηλόβαθμος αξιωματούχος του ΔΝΤ, που καθ’ όλη τη δεκαετία του 1980 σχεδίαζε τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής για τη Λατινική Αμερική και την Αφρική, παραδέχτηκε αργότερα ότι “όλα όσα κάναμε από το 1983 και μετά βασίζονταν στην αίσθηση ότι έπρεπε να εκπληρώσουμε μια αποστολή: Ο Νότος έπρεπε να “ιδιωτικοποιηθεί” ή να πεθάνει. Για το λόγο αυτό προκαλέσαμε αδιάντροπα ένα οικονομικό χάος στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική από το 1983 μέχρι το 1988”». Ας ελπίσουμε ότι μετά από χρόνια δεν θα είναι ο Πόουλ Τόμσεν ή κάποιος άλλος του ΔΝΤ που θα προβεί εκ των υστέρων σε παρόμοιες παραδοχές για τα όσα συμβαίνουν τώρα στην Ελλάδα…
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επίκαιρα: 31/12/2010
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου